Skip to main content

«Τελείωσε…Το αποφάσισα, θα βάλω όρια!» είναι μια φράση που την ακούμε συχνά στην καθημερινότητά μας, αλλά και στα γραφεία μας από τους θεραπευόμενούς μας. Η φράση αυτή, συνήθως, αναφέρεται σε μια κατάσταση ή συνθήκη που έχει δυσκολέψει, θυμώσει ή δημιουργήσει δυσφορία στον άνθρωπο που την εκφράζει.

Έτσι, αποφασίζει να μην την υπομένει άλλο και μοιάζει σαν να θέλει να «αναλάβει δράση» ενάντια στην κατάσταση. Μοιάζει σαν να ανεχόταν κάτι που τον δυσκολεύει και καταλήγει να «σκάει», να μην αντέχει.

Με αυτόν τον τρόπο, όμως, το ζήτημα «βάζω όρια» κινδυνεύει να αντιπροσωπεύει την οριοθέτηση περισσότερο ως «εργαλείο» αντίδρασης, σύγκρουσης, ελέγχου, τιμωρίας, απόστασης ή ακόμα και απόρριψης. Είναι όμως αυτή η έννοια της οριοθέτησης;


Όρια: Τί δεν είναι οριοθέτηση

Στην πραγματικότητα, η οριοθέτηση δεν είναι κανόνες που θέτουμε για να επιβάλλουμε την συμπεριφορά μας ή τον τρόπο μας στους άλλους.  Όπως επίσης, δεν συνιστούν οριοθέτηση οι αντιδραστικές συμπεριφορές και απαγορεύσεις προς τους άλλους.

Αν ήταν μόνο αυτό, τότε τα όρια θα έπρεπε να μοιάζουν αποκλειστικά με «κόκκινο σηματοδότη», όπου απαγορεύεται η διέλευση. Αν τα όρια είναι μόνο «κόκκινος σηματοδότης», τότε κινδυνεύουν να καλλιεργούν αποστάσεις, συγκρούσεις ή ενοχή, παρά κοντινότητα. Η οριοθέτηση δε βασίζεται μόνο σε απαγορεύσεις.

 Φυσικά, σε ορισμένες περιπτώσεις είναι απαραίτητος ο «κόκκινος σηματοδότης», ο οποίος δηλώνει ότι τα όρια δεν επιτρέπεται να παραβιαστούν, ιδίως όταν αφορά μια συνθήκη που απειλεί την ασφάλεια ή την αξιοπρέπεια του ατόμου.

Από την άλλη, η οριοθέτηση δεν είναι και η απουσία των προϋποθέσεων, υπό τις οποίες δεχόμαστε άκριτα στάσεις και συμπεριφορές προς εμάς. Με πιο απλά λόγια, η απουσία σηματοδότη, δεν συνιστά, επίσης, οριοθέτηση.

Πώς μπορούμε όμως να καταλάβουμε πότε η οριοθέτηση δεν είναι λειτουργική τόσο ως προς τις δικές μας συμπεριφορές όσο και ως προς τις συμπεριφορές άλλων που μας επηρεάζουν;

Όρια: Μη λειτουργικοί τρόποι οριοθέτησης

Παθητική επιθετικότητα: Πρόκειται για έμμεση έκφραση μέσω της ειρωνείας, των υπονοούμενων ή του σαρκασμού. Δημιουργεί σύγχυση και θυμό καθώς το μήνυμα μπορεί να μην είναι ξεκάθαρο. Υπονομεύει την επικοινωνία, άρα και τη σχέση και δημιουργεί την αίσθηση του «θύματος» στο άτομο που το χρησιμοποιεί.

Χειραγώγηση: πρόκειται για τακτικές όπως ο (συναισθηματικός) εκβιασμός ή η θυματοποίηση. Δημιουργεί ασφυκτικό μικροκλίμα μέσα στη σχέση και συχνά φόβο και δυσφορία.

Υπερβολική επιείκεια: αφορά την αδυναμία θέσπισης ορίων, συχνά δημιουργεί αίσθημα αδικίας και εκμετάλλευσης και στην συνέχεια θυμό. Ουσιαστικά, η επιείκεια αυτή είναι ανοχή. Και η ανοχή αφενός υπονομεύει την αυτοπεποίθηση και την αυτοεκτίμηση, αφετέρου οδηγεί σε έντονη ψυχοσυναισθηματική πίεση.

Επιθετικότητα: πρόκειται για άμεση και εχθρική έκφραση μέσω προσβολών ή βίαιης συμπεριφοράς. Δημιουργεί φόβο και αίσθημα απειλής στη σχέση με αποτέλεσμα την έκπτωση της ποιότητάς της και την απομόνωση, ενώ μπορεί να έχει σοβαρές σωματικές, κοινωνικές, σχεσιακές και ψυχικές συνέπειες.

Αποφυγή: Αδυναμία αντιμετώπισης δύσκολων καταστάσεων και θέσπισης ορίων. Ωστόσο, η αποφυγή δεν επιλύει το ζήτημα της οριοθέτησης. Αντιθέτως, μοιάζει σαν κρύβεται το ζήτημα «κάτω από το χαλί».

Αυτοθυσία: Το άτομο θέτει σε προτεραιότητα να ικανοποιήσει τις ανάγκες των άλλων, με αποτέλεσμα να βιώνει εκμετάλλευση ή αδικία. Ενώ ξεκινάει με θετική πρόθεση να μη δυσκολέψει, ουσιαστικά υποβαθμίζει τα προσωπικά του όρια, με αποτέλεσμα σταδιακά να δυσφορεί. Με άλλα λόγια, δημιουργείται αίσθηση προσωπικής παραβίασης που οδηγεί σε φαύλο κύκλο θυμού και ενοχής, αυξάνοντας την εσωτερική ένταση.

Τι σημαίνει «θέτω όρια»

Επιστρέφοντας στο παράδειγμα με τους φωτεινούς σηματοδότες, πέρα από το κόκκινο χρώμα, υπάρχουν ακόμα δύο σημαντικά χρώματα, τα οποία είναι σημαντικά και για τις σχέσεις μας.

Το πορτοκαλί χρώμα, όπου αποτελεί προειδοποιητικό σήμα στην κυκλοφορία, στο πεδίο των σχέσεων θα μπορούσε να σημαίνει την ανάγκη διαπραγμάτευσης του ορίου, ιδίως όταν κινδυνεύει να παραβιαστεί. Για παράδειγμα, ένα επαναλαμβανόμενο αστείο κάποιου για εμάς, το οποίο στην αρχή δεν ενοχλούσε αλλά σταδιακά προκαλεί δυσφορία, σημαίνει ότι είναι σημαντικό να τεθεί σε διαπραγμάτευση, πριν το συναισθηματικό μας φανάρι «ανάψει κόκκινο».

Επιπλέον, υπάρχει και το πράσινο χρώμα, εκείνο της ελεύθερης διέλευσης, το οποίο αφορά τις καταστάσεις και συμπεριφορές που το άτομο επιτρέπει και επικροτεί στη ζωή του και στην επικοινωνία με τους άλλους ανθρώπους.  

Εδώ, είναι σημαντικό να σημειωθεί πως, τα όρια αν είναι πάντα άκαμπτα, τότε κινδυνεύουν να γίνονται απλώς αυστηρές απαγορεύσεις.

Για αυτό το λόγο, χρειάζεται το άτομο να μπορεί να είναι έτοιμο να «κάνει αναβαθμίσεις» σχετικά με τους όρους που θέτει στον εαυτό του για να μετέχει στις σχέσεις του, ώστε να είναι αυθεντικές και να βασίζονται στον αμοιβαίο σεβασμό.  Για παράδειγμα, σε μια συντροφική σχέση, ο βαθμός προσωπικής αποκάλυψης αναδιαμορφώνεται και σχετίζεται με το πέρασμα του χρόνου αλλά και με το αυξανόμενο επίπεδο δέσμευσης.

Όρια: τα χαρακτηριστικά της αποτελεσματικής οριοθέτησης

Συχνά ακούμε τη φράση: «Δεν σέβεται τα όριά μου». Εκεί, είναι σημαντικό να αναρωτηθούμε αν εμείς πρώτα έχουμε θέσει και υπερασπιστεί τα όριά μας και αν τα έχουμε επικοινωνήσει με σαφήνεια (λεκτικά και μη λεκτικά). Αν, δηλαδή, έχει γίνει ξεκάθαρο το πλαίσιο, μέσα στο οποίο κινούμαστε και υπάρχουμε.

Η οριοθέτηση συνιστά μια δυναμική διαδικασία, η οποία απαιτεί χρόνο, σταθερότητα αλλά και ευελιξία, μιας και οι σχέσεις είναι «ζωντανοί οργανισμοί»!

Τα όρια στις σχέσεις αφορούν εμάς και πιο ειδικά τον τρόπο, με τον οποίο εμείς επιλέγουμε να υπάρχουμε και να αλληλεπιδρούμε με άλλους ανθρώπους. Περιλαμβάνουν τις ανάγκες μας, τις αξίες μας, αλλά και τα όρια του προσωπικού μας χώρου, φυσικά.

Τα όρια αποτελούν περισσότερο ένα πλαίσιο φροντίδας του εαυτού και της ευημερίας των σχέσεών μας. Επιτρέπει να θέτουμε στον εαυτό μας εκείνους τους όρους που θα μας φέρουν κοντά με τους άλλους, χωρίς να υπάρχει ανοχή.

Για αυτό το λόγο, είναι σημαντικό να επικοινωνούμε ανοιχτά με τον άλλο, να δημιουργούμε χώρο για την αυθεντικότητά μας και να διαμορφώνουμε έναν χώρο σεβασμού, εμπιστοσύνης και ειλικρίνειας μέσα στη σχέση. Γιατί οριοθέτηση είναι και η κοντινότητα.

Γιατί δυσκολεύομαι να βάλω όρια;

Η θέσπιση λειτουργικών όρων μετοχής στις σχέσεις πολύ συχνά αποτελεί μια αποσταθεροποιητική διαδικασία. Δεν είναι λίγες οι περιπτώσεις των ατόμων που δυσκολεύονται να επικοινωνήσουν και να υπερασπιστούν τα όριά τους. Ορισμένοι λόγοι θα μπορούσαν να είναι:

Φόβος απόρριψης ή μοναξιάς: τα άτομα αυτά μπορεί να σκέφτονται:  «μήπως οι άλλοι με απορρίψουν αν θέσω όρια;», «Θα μείνω μόνος/η αν θέσω όρια;»

Φόβος σύγκρουσης: μια κοινή ανησυχία είναι εκείνη της πιθανής σύγκρουσης, η οποία αναστέλλει τα άτομα από τη διαδικασία να κοινοποιήσουν τις δικές τους ανάγκες, επιθυμίες και προϋποθέσεις (π.χ. «Αν πω όχι, φοβάμαι ότι θα τσακωθούμε»).

Αίσθημα ενοχής: μια σχετική σκέψη θα μπορούσε να είναι η εξής: “Είναι εγωιστικό να θέτω όρια;” «Αν θέσω όρια και δυσαρεστήσω τον άλλον, μήπως τότε σημαίνει πως δεν είμαι καλός άνθρωπος;»

Ωστόσο, είναι σημαντικό να  ξεκαθαριστεί πως, όταν καθορίζουμε τα όριά μας, αυτά λειτουργούν ως  προστατευτικό και αναπτυξιακό πλαίσιο στις σχέσεις. Ταυτόχρονα, τα όρια συνιστούν έναν πολύ σημαντικό τρόπο αυτοφροντίδας.

Οριοθετώ σημαίνει πλαισιώνω, φροντίζω κάτι που μου είναι σημαντικό. Επιτρέπει πρωτίστως να είμαι κοντά, αλλά όχι με όρους ανοχής, που μελλοντικά καλλιεργούν απογοήτευση, απόσταση ή παραίτηση.

Επομένως, οριοθετώντας τον εαυτό μου και κοινοποιώντας το στους ανθρώπους που σχετίζομαι, σημαίνει ότι σέβομαι τόσο εμένα όσο και τον σημαντικό άλλον.

Όρια και Ψυχοθεραπεία

Μέσα από την διεργασία της ψυχοθεραπείας το άτομο έχει την δυνατότητα να αφουγκραστεί τους λόγους, για τους οποίους δυσκολεύεται να θέσει και να επικοινωνήσει τα προσωπικά του όρια. Παράλληλα, η ψυχοθεραπεία είναι ένας ασφαλής χώρος για να επικοινωνήσει τα δύσφορα συναισθήματα που βιώνει και επηρεάζουν αρνητικά την αυτοεικόνα του.

Αφού κατανοήσει τα δυσλειτουργικά μοτίβα συμπεριφορών οριοθέτησης που ενδεχομένως υιοθετεί, το θεραπευόμενο πρόσωπο εκπαιδεύεται στη λειτουργική θέσπιση των προσωπικών του ορίων. Με αυτό τον τρόπο, η εμπειρία της ψυχοθεραπείας, ευνοεί την οικοδόμηση ευχαριστιακών σχέσεων με τον εαυτό και τους άλλους.

Καταλήγοντας…

Τα όρια είναι πολύ περισσότερα από ένα απλό «όχι». Δεν αφορά αποκλειστικά ότι δε δεχόμαστε μια παραβιαστική συνθήκη ή κάτι που αντιβαίνει στο αξιακό μας σύστημα. Αποτελεί και έναν χάρτη ως προς το τί αποδεχόμαστε και ενισχύουμε, άρα επιτρέπουμε στη σχέση μας.

Πρόκειται λοιπόν για νοητούς συναισθηματικούς και σχεσιακούς χώρους, πάνω στους οποίους επιτρέπουμε να ανθίσει η σχέση μας με τρόπο αμοιβαίο και αυθεντικό.

Ράνια Λίτου

Κοινωνική Λειτουργός, MSc

Υπαρξιακή Συστημική Ψυχοθεραπεύτρια